Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verboten
01
απαγορευμένος, απαγορευμένος
Nicht erlaubt oder gesetzlich untersagt
Παραδείγματα
Alkohol ist für Jugendliche unter 16 verboten.
Το αλκοόλ είναι απαγορευμένο για νέους κάτω των 16 ετών.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
απαγορευμένος, απαγορευμένος