verboten
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈboːtn̩/

Ορισμός και σημασία του "verboten"στα γερμανικά

01

απαγορευμένος, απαγορευμένος

Nicht erlaubt oder gesetzlich untersagt
verboten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Alkohol ist für Jugendliche unter 16 verboten.
Το αλκοόλ είναι απαγορευμένο για νέους κάτω των 16 ετών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store