verboten
verboten
fɛɐ̯bo:tən
febotēn
veraltenverratenverblutenverbieten

Ορισμός και σημασία του "verboten"στα γερμανικά

01

απαγορευμένος, απαγορευμένος

Nicht erlaubt oder gesetzlich untersagt 
verboten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Rauchen ist hier verboten. 

Το κάπνισμα είναι απαγορευμένο εδώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store