Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verblüffen
[past form: verblüffte]
01
εκπλήσσω, καταπλήσσω
Jemanden durch Unerwartetes oder Außergewöhnliches in Erstaunen versetzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verblüffe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verblüfft
ενεστώτα μετοχή
verblüffend
απλός αόριστος
verblüffte
παθητική μετοχή
verblüfft
Παραδείγματα
Sein Tor in der 90. Minute verblüffte die Gegner.
Το γκολ του στο 90ο λεπτό έκπληξε τους αντιπάλους.



























