Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbleiben
[past form: verblieb]
01
παραμένω, μένω
An einem Ort oder in einem Zustand ohne Veränderung bleiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
verbleibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbleibt
ενεστώτα μετοχή
verbleibend
απλός αόριστος
verblieb
παθητική μετοχή
verblieben
Παραδείγματα
Die Probe verbleibt 24 Stunden im Inkubator.
Το δείγμα παραμένει στον επωαστήρα για 24 ώρες.



























