Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbleiben
01
παραμένω, μένω
An einem Ort oder in einem Zustand ohne Veränderung bleiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
verbleibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbleibt
ενεστώτα μετοχή
verbleibend
απλός αόριστος
verblieb
παθητική μετοχή
verblieben
Παραδείγματα
Er ging in die Wüste und verblieb dort für eine Woche.
Πήγε στην έρημο και έμεινε εκεί για μια εβδομάδα.



























