Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verantwortungsvoll
01
υπεύθυνος, συνειδητός
Mit Pflichtgefühl und Sorgfalt handelnd
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am verantwortungsvollsten
συγκριτικός βαθμός
verantwortungsvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Diese Aufgabe erfordert ein verantwortungsvolles Handeln.
Αυτή η εργασία απαιτεί υπεύθυνη δράση.



























