Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
veranschaulichen
01
απεικονίζω, καθιστώ κατανοητό
Etwas durch Beispiele, Bilder oder Vergleiche klar und verständlich machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
veranschauliche
γ΄ ενικό πρόσωπο
veranschaulicht
ενεστώτα μετοχή
veranschaulichend
απλός αόριστος
veranschaulichte
παθητική μετοχή
veranschaulicht
Παραδείγματα
Kannst du das noch einmal mit einem praktischen Beispiel veranschaulichen?
Μπορείς να το αποτυπώσεις ξανά με ένα πρακτικό παράδειγμα ;



























