Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Veranda
01
βεράντα, αίθριο
Ein überdachter, oft offener Vorbau an einem Haus, der als Terrasse oder Sitzplatz dient
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Veranden
γενική πτώση
Veranda
Παραδείγματα
Wir sitzen gern auf der Veranda und genießen die Aussicht.
Μας αρέσει να καθόμαστε στη βεράντα και να απολαμβάνουμε τη θέα.
LanGeek



























