Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Veranda
01
βεράντα, αίθριο
Ein überdachter, oft offener Vorbau an einem Haus, der als Terrasse oder Sitzplatz dient
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Veranda
πληθυντικός τύπος
Veranden
Παραδείγματα
Die Kinder spielen gern auf der Veranda.
Τα παιδιά αρέσκονται να παίζουν στη βεράντα.



























