Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verabschieden
01
αποχαιρετώ, λέω αντίο
Auf Wiedersehen sagen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
abschieden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verabschiede
γ΄ ενικό πρόσωπο
verabschiedet
ενεστώτα μετοχή
verabschiedend
απλός αόριστος
verabschiedete
παθητική μετοχή
verabschiedet
Παραδείγματα
Wir verabschieden uns am Bahnhof.
Αποχαιρετάμε στον σταθμό του τρένου.
02
συνοδεύω στην αναχώρηση, αποχαιρετώ κατά την αναχώρηση
Jemanden zum Abschied begleiten
Παραδείγματα
Wir verabschieden unsere Gäste an der Tür.
Συνοδεύουμε τους επισκέπτες μας στην πόρτα.
03
εγκρίνω, υιοθετώ
Ein Gesetz oder einen Plan offiziell annehmen oder zustimmen
Παραδείγματα
Das Parlament hat das neue Gesetz verabschiedet.
Το κοινοβούλιο ψήφισε τον νέο νόμο.



























