Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verabreichen
01
χορηγώ, δίνω
Jemandem etwas gezielt geben oder zuführen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verabreiche
γ΄ ενικό πρόσωπο
verabreicht
ενεστώτα μετοχή
verabreichend
απλός αόριστος
verabreichte
παθητική μετοχή
verabreicht
Παραδείγματα
Der Arzt verabreichte die Grippeimpfung.
Ο γιατρός χορήγησε το εμβόλιο της γρίπης.



























