Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
variieren
01
ποικίλλω, διαφέρω
In bestimmten Merkmalen voneinander abweichen oder etwas gezielt abwandeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
variiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
variiert
ενεστώτα μετοχή
variierend
απλός αόριστος
variierte
παθητική μετοχή
variiert
Παραδείγματα
Die Öffnungszeiten variieren je nach Filiale.
Οι ώρες λειτουργίας διαφέρουν ανάλογα με το υποκατάστημα.



























