der vampir
vam
ˈvam
vam
pir
pɪʁ
pir

Ορισμός και σημασία του "vampir"στα γερμανικά

01

βαμπίρ, αιμορροφόρο

Ein mythisches Wesen, das sich von Blut ernährt, meist nachts aktiv 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vampire
αρσενικό ενικό
Vampir
θηλυκό ενικό
Vampirin
neutral form
vampirisches Wesen
γενική πτώση
Vampirs
Παραδείγματα
Der Vampir kommt nur bei Nacht heraus. 

Ο βαμπίρ βγαίνει μόνο τη νύχτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store