Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ursprung
01
der Punkt oder Grund, aus dem etwas entsteht oder beginnt , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ursprung(e)s
πληθυντικός τύπος
Ursprünge
Παραδείγματα
Der Ursprung des Virus bleibt Wissenschaftlern ein Rätsel.



























