Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Urlaubsantrag
01
αίτηση άδειας, έντυπο αίτησης άδειας
Ein Formular, mit dem man Urlaub bei der Arbeit beantragt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Urlaubsantrag(e)s
πληθυντικός τύπος
Urlaubsanträge
Παραδείγματα
Ich habe gestern meinen Urlaubsantrag eingereicht.
Χθες υπέβαλα την αίτηση άδειάς μου.



























