der urlaub
ur
ˈʊʁ
oor
laub
laʊp
lawp

Ορισμός και σημασία του "urlaub"στα γερμανικά

01

διακοπές, άδεια

Freizeit, in der man nicht arbeitet 
der Urlaub definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Urlaub(e)s
πληθυντικός τύπος
Urlaube
Παραδείγματα
Ich habe nächsten Monat Urlaub. 

Έχω άδεια τον επόμενο μήνα.

02

άδεια, διακοπές

Offizielle Freistellung von Arbeit oder Schule 
der Urlaub definition and meaning
Παραδείγματα
Mein Chef gibt mir Urlaub. 

Ο προϊστάμενός μου μου δίνει άδεια.

03

ταξίδι, διακοπές

Eine konkrete Reise während der Freizeit 
der Urlaub definition and meaning
Παραδείγματα
Unser Urlaub nach Italien war toll. 

Οι διακοπές μας στην Ιταλία ήταν υπέροχες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store