Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Urlaub
01
διακοπές, άδεια
Freizeit, in der man nicht arbeitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Urlaub(e)s
πληθυντικός τύπος
Urlaube
Παραδείγματα
Urlaub ist die schönste Zeit.
Οι διακοπές είναι η πιο όμορφη στιγμή.
02
άδεια, διακοπές
Offizielle Freistellung von Arbeit oder Schule
Παραδείγματα
Er hat Urlaub genommen.
Πήρε άδεια.
03
ταξίδι, διακοπές
Eine konkrete Reise während der Freizeit
Παραδείγματα
Im letzten Urlaub waren wir in Paris.
Διακοπές



























