die unterwäsche
un
ˈʊn
ουν
ter
τ
wäsch
ˌvɛʃ
βεσ
e
ə
α

Ορισμός και σημασία του "unterwäsche"στα γερμανικά

Die Unterwäsche
01

εσώρουχα, κάτω ρούχα

Kleidung, die direkt auf der Haut unter der äußeren Kleidung getragen wird 
die Unterwäsche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
unterwäschen
γενική πτώση
unterwäsche
Παραδείγματα
Ich habe neue Unterwäsche gekauft. 

Αγόρασα καινούρια εσώρουχα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unterwäsche

unter

+

wäsche

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store