Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unterstreichen
01
υπογραμμίζω
Etwas mit einer Linie darunter markieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
unter
βασικό ρήμα
streichen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
unterstreiche
γ΄ ενικό πρόσωπο
unterstreicht
ενεστώτα μετοχή
unterstreichend
απλός αόριστος
unterstrich
παθητική μετοχή
unterstrichen
Παραδείγματα
Er unterstrich die Bedeutung des Themas.
Υπογράμμισε τη σημασία του θέματος.



























