Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unterschreiben
01
υπογράφω, βάζω υπογραφή
Den eigenen Namen auf ein Dokument schreiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
unter
βασικό ρήμα
schreiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
unterschreibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
unterschreibt
ενεστώτα μετοχή
unterschreibend
απλός αόριστος
unterschrieb
παθητική μετοχή
unterschrieben
Παραδείγματα
Sie hat das Dokument schnell unterschrieben.
Υπέγραψε γρήγορα το έγγραφο.



























