Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unterschiedlich
01
διαφορετικός, διακριτός
Nicht gleich in Form, Art oder Ausprägung
Παραδείγματα
Die Schüler lernen auf unterschiedliche Weise.
Οι μαθητές μαθαίνουν με διαφορετικούς τρόπους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διαφορετικός, διακριτός