untersagt
Pronunciation
/ˌʊntɐˈzaːkt/

Ορισμός και σημασία του "untersagt"στα γερμανικά

01

απαγορευμένος, απαγορευμένο

Nicht erlaubt
untersagt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Parken ist untersagt.
Το παρκάρισμα είναι απαγορευμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store