untersagt
un
ˈʊn
ουν
ter
τ
sagt
ˌsa:kt
σακτ

Ορισμός και σημασία του "untersagt"στα γερμανικά

01

απαγορευμένος, απαγορευμένο

Nicht erlaubt 
untersagt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Recht, Verhalten, Regeln
Παραδείγματα
Das Rauchen ist hier untersagt. 

Το κάπνισμα είναι απαγορευμένο εδώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store