Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Unterfangen
01
επιχείρηση, έργο
Ein geplantes, oft schwieriges Vorhaben oder eine Aktion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Unterfangens
πληθυντικός τύπος
Unterfangen
Παραδείγματα
Das Unterfangen war schwieriger als gedacht.
Η επιχείρηση ήταν πιο δύσκολη από ό,τι αναμενόταν.
Λεξικό Δέντρο
unterfangen
unter
fangen



























