unaufhaltsam
unaufhaltsam
ʊnaʊ̯fhaltza:m
oonawfhaltzam

Ορισμός και σημασία του "unaufhaltsam"στα γερμανικά

unaufhaltsam
01

ασταμάτητος, ανίκητος

Sich mit einer Kraft entwickelnd oder vorwärtsbewegend, die nicht gebremst werden kann 
unaufhaltsam definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unaufhaltsamsten
συγκριτικός βαθμός
unaufhaltsamer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der technologische Fortschritt scheint unaufhaltsam. 

Η τεχνολογική πρόοδος φαίνεται ασταμάτητη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store