Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unaufhaltsam
01
ασταμάτητος, ανίκητος
Sich mit einer Kraft entwickelnd oder vorwärtsbewegend, die nicht gebremst werden kann
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unaufhaltsamsten
συγκριτικός βαθμός
unaufhaltsamer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der technologische Fortschritt scheint unaufhaltsam.
Η τεχνολογική πρόοδος φαίνεται ασταμάτητη.



























