Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Umzug
[gender: masculine]
01
μετακόμιση, μετακίνηση
Das Wechseln der Wohnung mit dem gesamten Hausrat
Παραδείγματα
Ein Umzug kostet oft viel Zeit und Geld.
Μια μετακόμιση κοστίζει συχνά πολύ χρόνο και χρήματα.


























