Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umziehen
01
μετακομίζω, αλλάζω κατοικία
Den Wohnort wechseln und in eine neue Wohnung oder ein neues Haus ziehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
um
βασικό ρήμα
ziehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
ziehe um
γ΄ ενικό πρόσωπο
zieht um
ενεστώτα μετοχή
umziehend
απλός αόριστος
zog um
παθητική μετοχή
umgezogen
Παραδείγματα
Wir helfen unserer Freundin beim Umzug.
Βοηθάμε τη φίλη μας να μετακομίσει.
02
αλλάζω ρούχα, αλλάζω ενδυμασία
Die Kleidung wechseln
Παραδείγματα
Nach dem Sport ziehe ich mich um.
Μετά τον αθλητισμό, αλλάζω ρούχα.
03
αλλάζω τα ρούχα κάποιου
Jemandem helfen, die Kleidung zu wechseln
Παραδείγματα
Die Pflegekraft zieht dem Patienten um.
Η νοσοκόμα βοηθά τον ασθενή να αλλάξει ρούχα.



























