Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umziehen
01
μετακομίζω, αλλάζω κατοικία
Den Wohnort wechseln und in eine neue Wohnung oder ein neues Haus ziehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
um
βασικό ρήμα
ziehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
ziehe um
γ΄ ενικό πρόσωπο
zieht um
ενεστώτα μετοχή
umziehend
απλός αόριστος
zog um
παθητική μετοχή
umgezogen
Παραδείγματα
Ich muss bald umziehen, weil meine Miete steigt.
Πρέπει να μετακομίσω σύντομα γιατί το ενοίκιό μου αυξάνεται.
02
αλλάζω ρούχα, αλλάζω ενδυμασία
Die Kleidung wechseln
Παραδείγματα
Kannst du dich bitte umziehen?
Μπορείς να αλλάξεις ρούχα σε παρακαλώ;
03
αλλάζω τα ρούχα κάποιου
Jemandem helfen, die Kleidung zu wechseln
Παραδείγματα
Ich helfe meinem kleinen Bruder beim Umziehen.
Βοηθώ τον μικρό μου αδερφό να αλλάξει ρούχα.



























