Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umsteigen
01
αλλάζω, μεταβαίνω
Ein Verkehrsmittel verlassen und ein anderes nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
um
βασικό ρήμα
steigen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
steige um
γ΄ ενικό πρόσωπο
steigt um
ενεστώτα μετοχή
umsteigend
απλός αόριστος
stieg um
παθητική μετοχή
umgestiegen
Παραδείγματα
Du musst hier umsteigen.
Πρέπει να αλλάξεις εδώ.



























