Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Umsatz
01
κύκλος εργασιών, πωλήσεις
Die Gesamtsumme der verkauften Waren oder Dienstleistungen eines Unternehmens in einem bestimmten Zeitraum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Umsatzes
πληθυντικός τύπος
Umsätze
Παραδείγματα
Der Umsatz unseres Geschäfts ist dieses Jahr gestiegen.
Ο τζίρος του καταστήματός μας αυξήθηκε φέτος.



























