Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Umgang
[gender: masculine]
01
αλληλεπίδραση, τρόπος συμπεριφοράς
Die Art und Weise, wie man mit anderen Menschen oder Dingen interagiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Umgang(e)s
πληθυντικός τύπος
Umgänge
Παραδείγματα
Der Umgang mit Tieren macht mir Freude.
Η αλληλεπίδραση με τα ζώα μου φέρνει χαρά.



























