Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umarmen
[past form: umarmte]
01
αγκαλιάζω, σφίγγω
Jemanden mit den Armen zu umschließen, um Zuneigung, Trost oder Freude auszudrücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
umarme
γ΄ ενικό πρόσωπο
umarmt
ενεστώτα μετοχή
umarmend
απλός αόριστος
umarmte
παθητική μετοχή
umarmt
Παραδείγματα
Er umarmte sie zum ersten Mal und fühlte sich glücklich.
Την αγκάλιασε για πρώτη φορά και αισθάνθηκε ευτυχισμένος.



























