das ufer
ufer
u:fɐ
oof

Ορισμός και σημασία του "ufer"στα γερμανικά

01

όχθη, ακτή

Der Rand eines Gewässers wie eines Flusses, Sees oder Meeres 
das Ufer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ufers
πληθυντικός τύπος
Ufer
Παραδείγματα
Wir sitzen am Ufer und sehen den Sonnenuntergang. 

Κάθονται στην όχθη και παρακολουθούμε το ηλιοβασίλεμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store