Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Türkei
[gender: feminine]
01
Τουρκία, Τουρκική Δημοκρατία
Ein Land, das sich teils in Asien und teils in Europa befindet
Παραδείγματα
In der Türkei spricht man hauptsächlich Türkisch.
Στην Τουρκία, οι άνθρωποι μιλούν κυρίως τουρκικά.


























