Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Türke
01
Τούρκος, Τουρκάλα
Ein männlicher Mensch, der aus der Türkei stammt oder die türkische Staatsangehörigkeit besitzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Türken
αρσενικό ενικό
Türke
θηλυκό ενικό
Türkin
neutral form
Türke/Türkin
γενική πτώση
Türken
Παραδείγματα
Der Türke lebt seit vielen Jahren in Deutschland.
Ο Τούρκος ζει στη Γερμανία εδώ και πολλά χρόνια.
LanGeek



























