Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Täter
[gender: masculine]
01
δράστης, ένοχος
Eine Person, die eine Straftat oder ein Verbrechen begeht
Παραδείγματα
Die Täter sind noch unbekannt.
Οι δράστες είναι ακόμα άγνωστοι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δράστης, ένοχος