der ter
ˈtɛ:
τε
ter
τ
toter

Ορισμός και σημασία του "täter"στα γερμανικά

01

δράστης, ένοχος

Eine Person, die eine Straftat oder ein Verbrechen begeht 
der Täter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Täter
αρσενικό ενικό
Täter
θηλυκό ενικό
Täterin
neutral form
Tatperson
γενική πτώση
Täters
Παραδείγματα
Die Polizei hat den Täter gefasst. 

Η αστυνομία συνέλαβε τον ένοχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store