Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Trompete
01
τρομπέτα, τρομπέτα
Ein Blechblasinstrument mit einem hellen, klaren Klang, das man durch Blasen und Drücken der Ventile spielt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Trompeten
γενική πτώση
Trompete
Παραδείγματα
Er spielt Trompete in der Schulband.
Αυτός παίζει τρομπέτα στη σχολική μπάντα.
LanGeek



























