Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trocknen
[past form: trocknete]
01
στεγνώνω, αφυδατώνω
Feuchtigkeit oder Flüssigkeit aus etwas entfernen, sodass es trocken wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trockne
γ΄ ενικό πρόσωπο
trocknet
ενεστώτα μετοχή
trocknend
απλός αόριστος
trocknete
παθητική μετοχή
getrocknet
Παραδείγματα
Kannst du das Geschirr trocknen?
Μπορείς να στεγνώσεις τα πιάτα ;



























