Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trocknen
01
στεγνώνω, αφυδατώνω
Feuchtigkeit oder Flüssigkeit aus etwas entfernen, sodass es trocken wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trockne
γ΄ ενικό πρόσωπο
trocknet
ενεστώτα μετοχή
trocknend
απλός αόριστος
trocknete
παθητική μετοχή
getrocknet
Παραδείγματα
Ich trockne meine Haare mit einem Handtuch.
Στεγνώνω τα μαλλιά μου με μια πετσέτα.



























