Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Tritt
01
κλωτσιά, χτύπημα
Eine Bewegung, bei der man mit dem Fuß schnell und kräftig gegen etwas stößt
Παραδείγματα
Er hat einen kräftigen Tritt ins Tor gegeben.
Έδωσε ένα δυνατό κλωτσιά στο τέρμα.
02
βήμα,πατημασιά, قدم
eine einzelne Bewegung des Fußes beim Gehen oder Laufen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Tritts
πληθυντικός τύπος
Tritte
Παραδείγματα
Mit jedem Tritt kam er dem Ziel näher.
Με κάθε βήμα, πλησίαζε στον στόχο.



























