Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
treten
[past form: trat]
01
κλωτσώ
Mit dem Fuß eine schnelle, kraftvolle Bewegung gegen etwas oder jemanden machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trete
γ΄ ενικό πρόσωπο
tritt
ενεστώτα μετοχή
tretend
απλός αόριστος
trat
παθητική μετοχή
getreten
Παραδείγματα
Sie trat gegen die Tür, um sie zu öffnen.
Εκείνη κλώτσησε την πόρτα για να την ανοίξει.



























