treten
treten
tʁe:tn
tretn
tresen

Ορισμός και σημασία του "treten"στα γερμανικά

treten
01

κλωτσώ

Mit dem Fuß eine schnelle, kraftvolle Bewegung gegen etwas oder jemanden machen 
treten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trete
γ΄ ενικό πρόσωπο
tritt
ενεστώτα μετοχή
tretend
απλός αόριστος
trat
παθητική μετοχή
getreten
Παραδείγματα
Der Fußballspieler tritt den Ball. 

Ο ποδοσφαιριστής κλωτσά την μπάλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store