treten
Pronunciation
/ˈtʁeːtən/

Ορισμός και σημασία του "treten"στα γερμανικά

treten
[past form: trat]
01

κλωτσώ

Mit dem Fuß eine schnelle, kraftvolle Bewegung gegen etwas oder jemanden machen
treten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trete
γ΄ ενικό πρόσωπο
tritt
ενεστώτα μετοχή
tretend
απλός αόριστος
trat
παθητική μετοχή
getreten
Παραδείγματα
Sie trat gegen die Tür, um sie zu öffnen.
Εκείνη κλώτσησε την πόρτα για να την ανοίξει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store