Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Traum
01
όνειρο, οραματισμός
Ein Bild oder Erlebnis, das während des Schlafs im Geist erscheint
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Traum(e)s
πληθυντικός τύπος
Träume
Παραδείγματα
Viele Menschen erinnern sich an ihre Träume nicht.
Πολλοί άνθρωποι δεν θυμούνται τα όνειρά τους.
02
όνειρο, φιλοδοξία
Ein Wunsch oder Ziel, das man im Leben erreichen möchte
Παραδείγματα
Sein Traum ist es, Arzt zu werden.
Το όνειρό του είναι να γίνει γιατρός.



























