das training
trai
ˈtʁɛ:
tre
ning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "training"στα γερμανικά

01

προπόνηση, εκπαίδευση

Eine Übung oder mehrere Übungen, um besser in etwas zu werden 
das Training definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Trainings
πληθυντικός τύπος
Trainings
Παραδείγματα
Das Training beginnt um acht Uhr. 

Η προπόνηση ξεκινά στις οκτώ η ώρα.

Λεξικό Δέντρο

training
train
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store