Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trainieren
01
προπονούμαι, ασκούμαι
Regelmäßig üben oder Sport machen, um Fähigkeiten zu verbessern oder fit zu bleiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trainiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
trainiert
ενεστώτα μετοχή
trainierend
απλός αόριστος
trainierte
παθητική μετοχή
trainiert
Παραδείγματα
Ich trainiere jeden Tag im Fitnessstudio.
Εγώ προπονούμαι κάθε μέρα στο γυμναστήριο.



























