der tourist
tou
ˈtu:
too
rist
ʁɪst
rist

Ορισμός και σημασία του "tourist"στα γερμανικά

01

τουρίστας, επισκέπτης

Person, die auf Reisen ist, um neue Orte zu besuchen 
der Tourist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Touristen
αρσενικό ενικό
Tourist
θηλυκό ενικό
Touristin
neutral form
Reisende(r)
γενική πτώση
Touristen
Παραδείγματα
Der Tourist macht Fotos von der Stadt. 

Ο τουρίστας τραβάει φωτογραφίες της πόλης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tourist
tour
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store