Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ton
01
πηλός, άργιλος
Ein feuchtes, formbares Material aus Erde, das zum Töpfern und Modellieren benutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ton(e)s
πληθυντικός τύπος
Tone
Παραδείγματα
Der Künstler formt eine Vase aus Ton.
Ο καλλιτέχνης διαμορφώνει ένα βάζο από πηλό.
02
τόνος, ήχος
ein hörbarer Klang mit einer bestimmten Höhe, wie in Musik
Παραδείγματα
Der Ton ist zu hoch für mich.
Ο τόνος είναι πολύ ψηλός για μένα.



























