die tochter
tochter
tɔxtɐ
tawkht

Ορισμός και σημασία του "tochter"στα γερμανικά

01

κόρη

Ein weibliches Kind von Eltern 
die Tochter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Töchter
αρσενικό ενικό
Sohn
θηλυκό ενικό
Tochter
neutral form
Kind
γενική πτώση
Tochter
Παραδείγματα
Meine Tochter geht zur Schule. 

Η κόρη μου πηγαίνει στο σχολείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store