Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tippen
01
πληκτρολογώ, γράφω με πληκτρολόγιο
Text mit einer Tastatur eingeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tippe
γ΄ ενικό πρόσωπο
tippt
ενεστώτα μετοχή
tippend
απλός αόριστος
tippte
παθητική μετοχή
getippt
Παραδείγματα
Ich tippe einen Brief am Computer.
Πληκτρολογώ ένα γράμμα στον υπολογιστή.
02
αγγίζω ελαφρά, πατάω ελαφρά
Etwas leicht mit den Fingern berühren
Παραδείγματα
Sie tippte ihn sanft auf die Schulter.
Τον άγγιξε απαλά στον ώμο.



























