tippen
ti
ˈtɪ
ti
ppen
pən
pēn
tappen

Ορισμός και σημασία του "tippen"στα γερμανικά

tippen
01

πληκτρολογώ, γράφω με πληκτρολόγιο

Text mit einer Tastatur eingeben 
tippen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tippe
γ΄ ενικό πρόσωπο
tippt
ενεστώτα μετοχή
tippend
απλός αόριστος
tippte
παθητική μετοχή
getippt
Παραδείγματα
Ich tippe einen Brief am Computer. 

Πληκτρολογώ ένα γράμμα στον υπολογιστή.

02

αγγίζω ελαφρά, πατάω ελαφρά

Etwas leicht mit den Fingern berühren 
tippen definition and meaning
Παραδείγματα
Sie tippte ihn sanft auf die Schulter. 

Τον άγγιξε απαλά στον ώμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store