telefonieren
Pronunciation
/telefoˈniːʁən/

Ορισμός και σημασία του "telefonieren"στα γερμανικά

telefonieren
01

τηλεφωνώ, μιλώ στο τηλέφωνο

Mit jemandem über das Telefon sprechen
telefonieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
telefoniere
γ΄ ενικό πρόσωπο
telefoniert
ενεστώτα μετοχή
telefonierend
απλός αόριστος
telefonierte
παθητική μετοχή
telefoniert
Παραδείγματα
Wir haben gestern lange telefoniert.
Χθες μιλήσαμε στο τηλέφωνο για πολλή ώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store