Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
telefonieren
01
τηλεφωνώ, μιλώ στο τηλέφωνο
Mit jemandem über das Telefon sprechen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
telefoniere
γ΄ ενικό πρόσωπο
telefoniert
ενεστώτα μετοχή
telefonierend
απλός αόριστος
telefonierte
παθητική μετοχή
telefoniert
Παραδείγματα
Wir haben gestern lange telefoniert.
Χθες μιλήσαμε στο τηλέφωνο για πολλή ώρα.



























