telefonieren
te
ˌte
te
le
le
le
fo
fo
fo
nie
ˈni:
ni
ren
ʁən
rēn

Ορισμός και σημασία του "telefonieren"στα γερμανικά

telefonieren
01

τηλεφωνώ, μιλώ στο τηλέφωνο

Mit jemandem über das Telefon sprechen 
telefonieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
telefoniere
γ΄ ενικό πρόσωπο
telefoniert
ενεστώτα μετοχή
telefonierend
απλός αόριστος
telefonierte
παθητική μετοχή
telefoniert
Παραδείγματα
Ich telefoniere mit meiner Mutter. 

Μιλάω στο τηλέφωνο με τη μητέρα μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store