der Teenager
Pronunciation
/ˈtiːneːʤɐ/

Ορισμός και σημασία του "teenager"στα γερμανικά

Der Teenager
[gender: masculine]
01

έφηβος

Eine junge Person zwischen 13 und 19 Jahren
der Teenager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Teenagers
πληθυντικός τύπος
Teenager
Παραδείγματα
Der Film ist besonders bei Teenagern beliebt.
Η ταινία είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στους έφηβους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store