der teenager
tee
ˈti:
τι
na
ˌne:d͡
νεντ
ger
ʒɐ
ζ

Ορισμός και σημασία του "teenager"στα γερμανικά

01

έφηβος

Eine junge Person zwischen 13 und 19 Jahren 
der Teenager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Teenager
θηλυκό ενικό
Teenagerin
γενική πτώση
Teenagers
Παραδείγματα
Der Teenager geht noch zur Schule. 

Ο έφηβος πηγαίνει ακόμα στο σχολείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store