Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Teenager
[gender: masculine]
01
έφηβος
Eine junge Person zwischen 13 und 19 Jahren
Παραδείγματα
Der Film ist besonders bei Teenagern beliebt.
Η ταινία είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στους έφηβους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έφηβος