Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Technik
01
τεχνική, τεχνολογία
Einsatz von Wissen und Maschinen zur Lösung praktischer Probleme
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Technik
πληθυντικός τύπος
Techniken
Παραδείγματα
Die moderne Technik verändert unser Leben.
Η σύγχρονη τεχνική αλλάζει τη ζωή μας.
02
τεχνική, μέθοδος
Bestimmte Art und Weise, etwas zu tun oder auszuführen
Παραδείγματα
Er hat eine gute Schwimmtechnik.
Έχει καλή τεχνική κολύμβησης.



























