Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Technik
01
τεχνική, τεχνολογία
Einsatz von Wissen und Maschinen zur Lösung praktischer Probleme
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Technik
πληθυντικός τύπος
Techniken
Παραδείγματα
Ich interessiere mich für Technik und Computer.
Με ενδιαφέρει η τεχνική και οι υπολογιστές.
02
τεχνική, μέθοδος
Bestimmte Art und Weise, etwas zu tun oder auszuführen
Παραδείγματα
Jeder Künstler hat seine eigene Technik.
Κάθε καλλιτέχνης έχει τη δική του τεχνική.



























