die tat
tat
ta:t
tat

Ορισμός και σημασία του "tat"στα γερμανικά

01

πράξη, δράση

Eine bewusste Handlung, die jemand ausführt 
die Tat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Taten
γενική πτώση
Tat
Παραδείγματα
Taten sagen mehr als Worte. 

Οι πράξεις λένε περισσότερα από τα λόγια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

untat
tat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store