die Tat
Pronunciation
/taːt/

Ορισμός και σημασία του "tat"στα γερμανικά

01

πράξη, δράση

Eine bewusste Handlung, die jemand ausführt
die Tat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tat
πληθυντικός τύπος
Taten
Παραδείγματα
Jede Tat hat Folgen.
Κάθε πράξη έχει συνέπειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store