Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tastatur
[gender: feminine]
01
πληκτρολόγιο, συσκευή εισόδου
Ein Gerät mit Tasten, um auf dem Computer zu schreiben
Παραδείγματα
Ich habe die Tastatur gereinigt.
Καθάρισα το πληκτρολόγιο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πληκτρολόγιο, συσκευή εισόδου