Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tastatur
01
πληκτρολόγιο, συσκευή εισόδου
Ein Gerät mit Tasten, um auf dem Computer zu schreiben
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tastaturen
γενική πτώση
Tastatur
Παραδείγματα
Ich tippe auf der Tastatur.
Πληκτρολογώ στο πληκτρολόγιο.
LanGeek



























