die tastatur
tas
ˈtas
τασ
ta
ta
τα
tur
tu:ɐ
του

Ορισμός και σημασία του "tastatur"στα γερμανικά

01

πληκτρολόγιο, συσκευή εισόδου

Ein Gerät mit Tasten, um auf dem Computer zu schreiben 
die Tastatur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tastaturen
γενική πτώση
Tastatur
Παραδείγματα
Ich tippe auf der Tastatur. 

Πληκτρολογώ στο πληκτρολόγιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store