die tastatur
tastatur
tastatu:ɐ
tastatoo

Ορισμός και σημασία του "tastatur"στα γερμανικά

01

πληκτρολόγιο, συσκευή εισόδου

Ein Gerät mit Tasten, um auf dem Computer zu schreiben 
die Tastatur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tastatur
πληθυντικός τύπος
Tastaturen
Παραδείγματα
Ich tippe auf der Tastatur. 

Πληκτρολογώ στο πληκτρολόγιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store