Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tanzfläche
01
παρκέ χορού, χώρος χορού
Der Bereich in einem Raum, der speziell zum Tanzen freigegeben ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tanzfläche
πληθυντικός τύπος
Tanzflächen
Παραδείγματα
Die Tanzfläche war voll von Menschen, die zur Musik tanzten.
Ο χορόστρωτος ήταν γεμάτος με ανθρώπους που χόρευαν στη μουσική.



























