Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tanken
01
γεμίζω καύσιμα, ανανεώνω το καύσιμο
Benzin oder Diesel in ein Fahrzeug füllen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tanke
γ΄ ενικό πρόσωπο
tankt
ενεστώτα μετοχή
tankend
απλός αόριστος
tankte
παθητική μετοχή
getankt
Παραδείγματα
Hast du schon getankt?
Έχεις ήδη γεμίσει βενζίνη;



























