tanken
tan
ˈtan
tan
ken
kən
kēn

Ορισμός και σημασία του "tanken"στα γερμανικά

tanken
01

γεμίζω καύσιμα, ανανεώνω το καύσιμο

Benzin oder Diesel in ein Fahrzeug füllen
tanken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tanke
γ΄ ενικό πρόσωπο
tankt
ενεστώτα μετοχή
tankend
απλός αόριστος
tankte
παθητική μετοχή
getankt
Παραδείγματα
Hast du schon getankt?
Έχεις ήδη γεμίσει βενζίνη;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store